ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

kastoriadisΒλέπουμε αμέσως την αντίθεση μεταξύ άμεσης δημοκρατίας των Αρχαίων και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας των Νεοτέρων. Μπορεί να μετρήσει κανείς την απόσταση ανάμεσα στις δύο αυτές αντιλήψεις, ξεκινώντας απ’ το γεγονός ότι, στην αρχαία Ελλάδα, τουλάχιστον στο δημόσιο δίκαιο, η ιδέα της αντιπροσώπευσης είναι άγνωστη. Αντίθετα στους Νεότερους βρίσκεται στη βάση των πολιτικών συστημάτων, εκτός από τις στιγμές ρήξης (τα εργατικά συμβούλια λόγου χάρη ή τα Σοβιέτ στην αρχική τους μορφή), κατά τις οποίες αρνούνται την εκχώρηση της εξουσίας οι αντιπροσωπευόμενοι στους αντιπροσώπους. Οι εντολοδόχοι, που είναι απαραίτητοι στην κοινότητα, όχι μόνο εκλέγονται αλλά είναι και διαρκώς ανακλητοί. Φυσικά οι Έλληνες, και θα περιοριστώ στην περίπτωση των Αθηναίων, που τη γνωρίζουμε λιγότερο αποσπασματικά, έχουν αξιωματούχους. Αλλά οι αξιωματούχοι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους αξιωματούχους που τα καθήκοντά τους προϋποθέτουν κάποια ειδική γνώση και οι οποίοι είναι αιρετοί• και δεδομένου ότι η ίδως όχι αποκλειστική, αλλά πάντως κεντρική δουλειά των ελληνικών πόλεων είναι ο πόλεμος, η σπουδαιότερη ειδική γνώση αφορά τον πόλεμο, άρα οι στρατηγοί είναι αιρετοί. Ένας μεγάλος αριθμός αξιωματούχων, εκ των οποίων πολλοί είναι σημαντικοί, δεν είναι αιρετοί. Παίρνουν το αξίωμα με κλήρωση ή εκ περιτροπής ή μ’ ένα σύστημα που συνδυάζει αυτά τα δυο, όπως στην περίπτωση των πρυτάνεων και των επιστατών των πρυτάνεων, οι οποίοι παίζουν τον ρόλο του “προέδρου της Δημοκρατίας” των Αθηναίων για μια μέρα.
Εδώ επιβάλλονται δύο παρατηρήσεις. Κατ’ αρχήν, υπάρχουν πολλές εμπειρικές δικαιολογήσεις της ιδέας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στους Νεότερους, πουθενά όμως, στους πολιτικούς φιλοσόφους, πραγματικούς ή υποτιθέμενους, δεν υπάρχει μία, έστω, απόπειρα ορθολογικής θεμελίωσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Υπάρχει μια μεταφυσική της πολιτικής αντιπροσώπευσης, που καθορίζει τα πάντα, χωρίς ποτέ να εκφράζεται ή να διασαφηνίζεται. Ποιο είναι εκείνο το θεολογικό μυστήριο, η αλχημική εκείνη πράξη, που έχει σαν αποτέλεσμα, μια Κυριακή κάθε πέντε ή εφτά χρόνια, η κυριαρχία μας να γίνεται ένα ρευστό που διατρέχει όλη τη χώρα, εισχωρεί στις κάλπες και ξαναβγαίνει το βράδυ στις οθόνες της τηλεόρασης, με την όψη “αντιπροσώπων του λαού” ή του Αντιπροσώπου του λαού, του μονάρχη που φέρει τον τίτλο “πρόεδρος”; Έχουμε εδώ μια πράξη προφανώς υπερφυσική, που ποτέ δεν έγινε προσπάθεια να θεμελιωθεί ή έστω να εξηγηθεί. Απλώς αρκούνται να λένε πως, στις νεότερες συνθήκες, η άμεση δημοκρατία είναι αδύνατη, άρα χρειάζεται μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Γιατί όχι; Έχουμε όμως το δικαίωμα να ζητάμε κάτι παραπάνω και κάτι λιγότερο “εμπειρικό”.
Ύστερα, το ζήτημα των εκλογών. Όπως λέει ο Φίνλεϋ στο βιβλίο του Η εφεύρεση της πολιτικής, οι Έλληνες ήταν εκείνοι που εφηύραν τις εκλογές, αλλά υπάρχει ένα κεφαλαιώδες σημείο, το οποίο συνήθως περνάει σχετικά απαρατήρητο: για τους Έλληνες, οι εκλογές δεν αντιπροσωπεύουν κάποια δημοκρατική αρχή. Αποτελούν αριστοκρατική αρχή, αυτό δε, στην ελληνική γλώσσα, αποτελεί σχεδόν ταυτολογία. Ταυτολογία είναι και στην πράξη. Όταν εκλέγεις, δεν εκλέγεις ποτέ τους χειρότερους• προσπαθείς να αναδείξεις τους καλύτερους – στα αρχαία ελληνικά τους αρίστους. Βέβαια η λέξη άριστοι έχει πολλές σημασίες: σημαίνει επίσης τους αριστοκράτες, όσους ανήκουν σε μεγάλες και διαπρεπείς οικογένειες. Παρ’ όλα αυτά οι άριστοι είναι, με το ένα ή το άλλο κριτήριο, οι καλύτεροι. Κι όταν ο Αριστοτέλης προτείνει στα Πολιτικά του ένα καθεστώς που το θεωρεί μείγμα δημοκρατίας και αριστοκρατίας, το καθεστώς αυτό είναι μείγμα στον βαθμό που περιελάμβανε και εκλογές. Από αυτή την άποψη, το πραγματικό καθεστώς των Αθηναίων αντιστοιχούσε σ’ αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει πολιτεία, καθεστώς που το θεωρεί ως το καλύτερο.
Κορνήλιος Καστοριάδης


Φιλοσοφία